sdops

1567

 

 ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 Κινηματογράφοι του Δήμου Κερατσινίου Δραπετσώνας

 

 Κέντρο Στήριξης Ρομά και Ευπαθών Ομάδων

 Συμβουλευτικό Κέντρο Γυναικών Δήμου Κερατσινίου Δραπετσώνας

Δημοτικό Κολυμβητήριο Κερατσινίου ΔραπετσώναςΔημοτική Βιβλιοθήκη Κερατσινίου Δραπετσώνας

Κερατσίνι - Δραπετσώνα | Διαύγεια

kek

 

 

Ιστορία

ΤΟ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙ ΚΑΙ Η ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ
 
Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις
και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον». 
Γιώργος Σεφέρης

ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Η χερσόνησος της Αττικής κατά την προκλασική και κλασική περίοδο είχε παραλία 24 μιλίων, ενώ το εμβαδόν της δεν ξεπερνούσε τα 47 km². Η ακτή της Αττικής σχημάτιζε ευλιμένους χώρους (απάνεμα λιμανάκια), προστατευμένα από νησιά που εκτείνονταν στην παραλία της. Στα δυτικά διαγραφόταν ο κόλπος της Ελευσίνας, στο στενό της Σαλαμίνας βρισκόταν το ανοικτό λιμάνι του Κερατσινίου (λιμένας Ηρακλέους) και ο όρμος των Φώρων (Δραπετσώνα – Κερατσίνι) και προς τα ανατολικά το κεντρικό λιμάνι του Πειραιά και τα λιμάνια της Ζέας και της Μουνιχίας, ο κόλπος του Φαλήρου, οι όρμοι της Αξωνίας, του Σουνίου, του Λαυρίου και του Θορικού. Οι βραχώδεις και απότομες ακτές καθώς και το δύσβατο της περιοχής του Αλιπέδου, δεν επέτρεπαν κατά την προκλασική περίοδο να χρησιμοποιηθεί ο Πειραιάς ως λιμάνι αλλά μια σειρά από άλλες παραλιακές περιοχές όπως το Φάληρο, το Πόρτο Ράφτη και το Κερατσίνι το Κερατσίνι.
 
Η θέση της αρχαίας κώμης των Θυμαιτάδων ταυτίζεται με τον Κερατσίνι. Η πρώτη μαρτυρία προέρχεται από τον Πλούταρχο στην αφήγησή του για το Θησέα ανατρέχει στον αττικογράφο Κλειτόδημο. Όταν ο νεαρός ήρωας αποφάσισε να εκστρατεύσει  εναντίον του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα προχώρηση στη ναυπήγηση του στόλου που θα του επέτρεπε να πετύχει το στόχο του. Η προετοιμασία της εκστρατείας έπρεπε να γίνει μυστικά ώστε ο Θησέας να έχει το στοιχείο του αιφνιδιασμού έναντι του αντιπάλου του. Επέλεξε να χρησιμοποιήσει για την ναυπήγηση του στόλου του την περιοχή  που μερικά χρόνια αργότερα ονομάστηκε κώμη των Θυμαιτάδων και την Τροιζήνα. Ο πιο κοντινός και παράλληλα απόμερος όρμος του μετέπειτα οικισμού των Θυμαιτάδων, ο όρμος των Φώρων, φιλοξένησε τους ναυπηγούς του Θησέα λόγω της ομαλής παραλίας του.
 
Σύμφωνα με την πιο πιθανή εκδοχή για την ίδρυση και την ονομασία της κώμης των Θυμαιτάδων, ο τόπος κατοικήθηκε μόνιμα για πρώτη φορά από το Θυμοίτη ή Θυμαίτη, ο οποίος ήταν ένας από τους ελάχιστους διασωθέντες του Τρωικού Πολέμου. Δεν γνωρίζουμε ωστόσο ποια ήταν η ονομασία της περιοχής πριν την αποίκηση του Θυμαίτη και των απογόνων του. Η ίδρυση της κώμης των Θυμαιτάδων συνδέεται πιθανότατα με την άλωση της Τροίας στα μέσα του 13ου αι. π.Χ. (1275-1240 π.Χ.). Τη χρονική εκείνη περίοδο έφτασαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή οι πρώτοι κάτοικοι. Ο Θυμαίτης ή Θυμοίτης ήταν ένας από τους ελάχιστους που κατάφεραν να σωθούν από την ολοκληρωτική καταστροφή της Τροίας από τους Αχαιούς. Ο μύθος αναφέρει ότι ο Θυμοίτης έσωσε τη ζωή του καθώς οι Αχαιοί του έδωσαν την ελευθερία ως δείγμα ευγνωμοσύνης την ευγνωμοσύνη τους ή τήρησης της συμφωνίας τους μιας και αυτός παρακίνησε τους συμπατριώτες του να γκρεμίσουν τα τείχη για να φέρουν μέσα στην πόλη το Δούρειο Ίππο. Ένα ακόμη στοιχείο που έρχεται να ενισχύσει αυτή την εκδοχή είναι το γεγονός ότι και ο γειτονικός δήμος της Ξυπετής, η οποία ανήκε επίσης στο Τετράκωμο Ηράκλειο του Πειραιά, είχε εποικιστεί από πρόσφυγες της Τροίας.
 
Μετά τον 7ο αι. π.Χ. η γεωργία αποτελούσε τη βάση της οικονομίας ενώ ο όρμος του Κερατσινίου χρησιμοποιούνταν από τους Αθηναίους στις συναλλαγές τους κυρίως με τους Μεγαρείς. Εκτός από την εμπορική του χρήση, ο όρμος του Κερατσινίου ήταν πολύ σημαντικός ιχθυοπαραγωγικός τόπος, στοιχείο που προσέλκυσε την  εγκατάσταση. Στην περιοχή αφθονούσαν οι κάνθαροι, οι ζαίοι και οι ψήττες, καθώς και τα γνωστά κοχύλια της πορφύρας, που με την κατάλληλη επεξεργασία του μαλακόστρακου που ζει μέσα τους, έδιναν τη βαφή για το εντυπωσιακό κόκκινο χρώμα με το οποίο έβαφαν τις πορφύρες, τα γνωστά πολυτελή υφαντά της αρχαιότητας. Παράλληλα οι κάτοικοι ασχολούνταν με το κυνήγι, τη ναυπηγική τέχνη, την παρασκευή οίνου από θυμάρι και την κατασκευή της σισύρας.
 
Μετά την πτώση του τυραννικού καθεστώτος του Ιππία, στην Αθήνα επικράτησε ο Κλεισθένης (507 π.Χ.), ο οποίος έθεσε τις βάσεις της αθηναϊκής δημοκρατίας και εγκαινίασε ένα νέο σύστημα διοικητικής οργάνωσης. Κατήργησε τις αρχαίες τέσσερις φυλές της αττικής γης και χώρισε τους κατοίκους σε δέκα νέες φυλές, τις οποίες υποδιαίρεσε αρχικά σε 100 και στη συνέχεια σε 174 κοινότητες και δήμους. Το Κερατσίνι και η Δραπετσώνα ανήκαν στο δήμο Θυμαιτάδων και εντάχθηκαν διοικητικά, μαζί με τους δήμους του Φαλήρου, της Ξυπετής και του Πειραιά, στην Ιπποθοωντίδα φυλή. Οι τέσσερις αυτοί δήμοι τελούσαν κοινούς αγώνες και κοινές εορτές και συναποτελούσαν το Τετράκωμο Ηράκλειο. Στον τόπο τέλεσης των αγώνων υπήρχε κοινό ιερό προς τιμήν του ήρωα – θεού Ηρακλή. Η περιοχή αυτή ήταν γενικά έρημη, σχεδόν ακατοίκητη και από τα πιο άγονα τραχιά παραθαλάσσια τοπία. Χαρακτηριστικά της ήταν τα βραχώδη βουνά, τα άνυδρα ρέματα, οι ακτές και ο δυτικός άνεμος.
 
Μετά το 480 π.Χ. ο δήμος των Θυμαιτάδων, αν και έχασε μέρος  της εμπορικής του δραστηριότητας συνέχισε να παρουσιάζει οικιστική ανάπτυξη. Σύμφωνα με ανασκαφικά ευρήματα την ίδια περίοδο τμήμα του δήμου λειτουργούσε πιθανώς ως νεκροταφείο της ευρύτερης περιοχής. Το 1913, ο Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης, έπειτα από ανασκαφή οικόπεδου στη συνοικία των Μελετόπουλων, απέναντι από το σαπωνοποιείο του Σκλαβούνου, υποστήριξε ότι μεγάλο μέρος της περιοχής κρύβει αρχαίο νεκροταφείο. Κατά την εκσκαφή για τη δημιουργία υπόγειου, αποκαλύφθηκαν σε χώρο περίπου οκτώ τετραγωνικών μέτρων επιτύμβιες στήλες από πεντελικό μάρμαρο, που χρονολογούνται στον 4ο αι. π.Χ. Επειδή στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπήρχαν ίχνη τάφου, αλλά και επειδή η ύπαρξη τόσων επιτύμβιων σημάτων σε τόσο περιορισμένο χώρο δύσκολα εξηγείται, ο Κ. Κουρουνιώτης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ευρύτερη περιοχή ήταν χώρος ταφής, ενώ τα επιτύμβια σήματα είχαν μεταφερθεί στο σημείο εκείνο από ιδιώτες που είχαν ενεργήσει εκσκαφές για την ανέγερση οικιών.
 
Μετά τη συντριπτική ήττα των Περσών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, οι Αθηναίοι, οι Θυμαιτάδες και οι υπόλοιποι κάτοικοι της Αττικής επέστρεψαν στις εστίες τους. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Πειραιάς και οι όμοροι δήμοι γνώρισαν μια περίοδο μεγάλης οικονομικής και οικιστικής ακμής. Μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, όμως, η περιοχή αρχίζει να παρακμάζει. Κύρια αιτία στάθηκε η κατεδάφιση των τειχών και η καταστροφή των ναυστάθμων. Τον 4ο π.Χ. αιώνα η επικράτηση του Φιλίππου, του Αλεξάνδρου και των διαδόχων τους, μετατόπισε τα κέντρα εμπορίου προς την ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που οδήγησε την περιοχή σε ακόμη μεγαλύτερη παρακμή. Παρ’ όλα αυτά ο Πειραιάς διατήρησε την πολιτιστική του ζωή έως τον 2ο αι. π.Χ., υποδεχόμενος τους Ρωμαίους, λάτρεις του πνεύματος και της φιλοσοφίας που επισκέπτονταν την Αθήνα, για να θαυμάσουν τον πολιτισμό της και να διδαχθούν στις Σχολές της.
Η άλωση της Αθήνας από το Σύλλα το 86 π.Χ. είχε ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή του Πειραιά και των γύρω δήμων. Από την καταστροφή αυτή δεν μπόρεσε να ανακάμψει για πολλούς αιώνες. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο ήταν δευτερεύον πολεμικό ορμητήριο και κατά τους βυζαντινούς χρόνους ασήμαντος λιμενίσκος. Την ίδια τύχη είχε και ο δήμος των Θυμαιτάδων.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Ελάχιστα είναι τα ανασκαφικά δεδομένα για τη ζωή του Πειραιά και των γύρω Δήμων κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Το λιμάνι του Πειραιά και οι γειτονικοί όρμοι είχαν παραχωρήσει την δεσπόζουσα θέση τους στους νησιωτικούς λιμένες του Αιγαίου. Παράλληλα τα λιμάνια της ηπειρωτικής Ελλάδας λειτουργούσαν κατά κανόνα ως εμπορικά σε σχέση με την ενδοχώρα και τη Δύση, αλλά και ως βάσεις του πολεμικού στόλου των Βυζαντινών, που προσπαθούσε να ελέγξει τα περάσματα από τη Δύση και την Ανατολή. Ως τέτοια λιμάνια μαρτυρούνται η Θεσσαλονίκη, ο Εύριπος, ο Πειραιάς, η Μονεμβασιά, η Μεθώνη, η Κορώνη και το Βουθρωτό της Ηπείρου.
 
Μετά το 1204 στο προσκήνιο της οικονομίας βρέθηκε η Βενετία αλλάζοντας τους εμπορικούς δρόμους. Ο Πειραιάς ως βάση του βυζαντινού στόλου για να επαναλειτουργούν και πάλι ως «μικρής σημασίας» εμπορικό λιμάνι μετά την εγκατάσταση Φλορεντίνων και άλλων Τοσκανών εμπόρων στην Αττική. Τη περίοδο εκείνη αυξήθηκε πρόσκαιρα ο πληθυσμός του για να μειωθεί λίγο καιρό αργότερα από την εξάπλωση επιδημίας βουβωνικής πανώλης. Τότε οι Φλωρεντίνοι προσκάλεσαν Αλβανούς εποίκους για την ενδυνάμωση του πληθυσμού των περιοχών, αλλά και την ενίσχυση του στρατού τους. Ειδικά στις αρχές του 15ου αιώνα μετακινήθηκε μεγάλος αριθμός Αλβανών από το Βορρά κι εγκαταστάθηκε στον Πειραιά και στις γύρω περιοχές. Το 15ο αιώνα, μετά την εκδίωξη των Καταλανών και των Φράγκων από την περιοχή, οι Οθωμανοί μετέτρεψαν τα λιμάνια του Πειραιά σε λημέρια πειρατών.

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Τους δύο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας (15ος – 16ος αιώνας) η έκταση και η ένταση των πειρατικών επιδρομών από τους Τούρκους, καθώς και η αντίδραση των Βενετών και άλλων χριστιανών πειρατών, είχε αποτέλεσμα να ερημωθούν πολλά νησιά και παράλιοι οικισμοί. Επιπλέον ο Σαρωνικός δεν συμπεριλαμβανόταν στους προστατευμένους από τους Βενετούς εμπορικούς δρόμους, καθιστώντας τις Πειραϊκές ακτές εξαιρετικά επικίνδυνες. Το Κερατσίνι αναφέρεται ως ορμητήριο πειρατών ή σημείο σύγκρουσης ανάμεσα σε πειρατές. Τον Ιούλιο του 1531 ο Φ. Πασκουαλίνο, προβλεπτής του Ενετικού στόλου, διέταξε να «καθαριστεί» ο Σαρωνικός από τα μικρά μπριγκαντίνια των πειρατών που κρύβονταν στους όρμους της Ύδρας, της Αίγινας, του Πειραιά, του Κερατσινίου και της Σαλαμίνας. Οι συνεχείς πόλεμοι ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Βενετία δεν επέτρεψαν την οικονομική ανάκαμψη της περιοχής. Το 1687 οι ηγέτες του Βενετικού εκστρατευτικού σώματος αποφάσισαν, αφού είχαν ανακαταλάβει την Πελοπόννησο, να επιχειρήσουν την κατάληψη της Αθήνας.
 
Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1687 κατέπλευσε στο Κερατσίνι και ανοιχτά του Πειραιά ο στόλος του Μοροζίνι, ο οποίος πολιόρκησε την Αθήνα. Με την εμφάνιση των Βενετών οι Οθωμανοί εγκατέλειψαν την πόλη και οι Αθηναίοι τους υποδέχτηκαν ως ελευθερωτές. Στη συνέχεις για να αποφύγουν αντίποινα των Οθωμανών, οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πόλη τους. Οι πλουσιότεροι κατέφυγαν στην Αίγινα, τη Σαλαμίνα και το Ναύπλιο ενώ οι φτωχότεροι πήραν το δρόμο για το Κερατσίνι, τη Δραπετσώνα και το Πέραμα  για να μεταβούν οδικώς στην Πελοπόννησο. Η κατάσταση ομαλοποιήθηκε μετά το 1690. Τότε επέστρεψαν οι πιο πλούσιοι Αθηναίοι και αγόρασαν τα κτήματα όσων έμειναν πίσω. Την ίδια περίοδο οι εκτάσεις διανεμήθηκαν σε Τούρκους μεγαλοκτηματίες, μετά από διάταγμα της Υψηλής Πύλης περί υποχρεωτικής απαλλοτρίωσης των ακαλλιέργητων αγρών.
 
Μετά την υπογραφή των Διομολογήσεων ανάμεσα στη Γαλλία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο λιμάνι του Πειραιά κατέφθασαν  γαλλικά εμπορικά πλοία, που φόρτωναν λάδι, ελιές, μέλι, τυρί και διάφορες αρχαιότητες. Σε σχέδια του κεντρικού λιμανιού το 1602, σημειώνονται πύργοι , αποθήκες και άλλα κτίρια, αλλά δεν αναφέρεται αν υπάρχουν οικισμοί δυτικά του Πειραιά, προς το Κερατσίνι και την Δραπετσώνα. Το 1703 εντοπίζονται τα πρώτα Τουρκικά ιδιωτικά έγγραφα αγοροπωλησίας γης, με τη χρήση του τοπωνυμίου Κερατσίνι. Στα έγγραφα δεν υπάρχουν αναφορές στον οικισμό και στο πληθυσμό του. Σε τούρκικα συμβόλαια αγοροπωλησίας το 1712 εντοπίζεται η ύπαρξη του μικρού ναού του Αγίου Νικολάου, προστάτη των ναυτικών, που «άσπριζε πάνω στο ύψωμα του χωριού Κερατσίνι». Στα τέλη του 18ου αιώνα, η μονή της Φανερωμένης Σαλαμίνας χρησιμοποιούσε τμήμα του Κερατσινίου ως μετόχι και διατηρούσε εκεί αγροικίες για καλλιεργητές και βοσκούς. Η μονή κατείχε κτήματα στην περιοχή του Πειραιά από το 1872.
 
 Η Δραπετσώνα στις αρχές του 18ου αιώνα ήταν σχεδόν έρημη. Το 1712 εντοπίζεται η πρώτη αγοραπωλησία στην Τραπετσώνα O μεγαλοεπιχειρηματίας της εποχής εκείνης, αρβανίτης –όπως δείχνει και το όνομα- Κόλλιας Μαλαγάρης αγοράζει πενήντα στρέμματα στην Tραπετσώνα. Tο τοπωνύμιο Trabezon αναφέρεται και στο βιβλίο των Stuart και Revelt, που γράφεται το 1756.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821, οι Αθηναίοι, πληροφορούμενοι ότι ο Ομέρ Βρυώνης με το στρατό του είχε φτάσει στο Χαϊδάρι, εγκατέλειψαν την πόλη. Μέσω του Κερατσινίου πέρασαν στην Ψυτάλλεια και στη συνέχεια στη Σαλαμίνα. Οι Σαλαμίνιοι με αρχηγό τον Γεώργιο Γκλίτση επιτέθηκαν κατά των Τούρκων στις 24 και 25 Μαρτίου 1821. Ο Ομέρ Βρυώνης τους απώθησε αλλά ο Γκλίτσης κατάφερε να τον αποκρούσει και να τον σταματήσει στη θέση Κερατόπυργος του σημερινού Νέου Ικονίου στο Κερατσίνι. Αργότερα ο Γεώργιος Καραϊσκάκης για να αντιμετωπίσει τον Κιουταχή αποφάσισε να καταλάβει το Κερατσίνι, που βρισκόταν μια ώρα βόρεια του Πειραιά, ώστε να ανοίξει δρόμο προς την Ακρόπολη προχωρώντας μέσα από τον ελαιώνα της Αθήνας και παράλληλα εμποδίζοντας το εχθρικό ιππικό να τον χτυπήσει. Επιπλέον, στο Κερατσίνι θα ήταν ευκολότερος ο ανεφοδιασμός του στρατού του. Στις 2 Μαρτίου φτάνει στο Κερατσίνι και στήνει τα ταμπούρια του, απ’ όπου θα πάρει το προσωνύμιο η περιοχή.
Στην περιοχή του Κερατσινίου, ήδη από το 1825 είχαν ζητήσει να εγκατασταθούν οι Ψαριανοί που έφτασαν πρόσφυγες στον Πειραιά και στην Αθήνα, αλλά το αίτημά τους απορρίφθηκε. Αργότερα τα κτήματα που ανήκαν σε Τούρκους εντάχθηκαν στις εθνικές γαίες. Το μεγαλύτερο τμήμα του Κερατσινίου παρέμεινε σε χέρια λίγων μεγαλοκτηματιών, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο. Από έγγραφα της εποχής γίνεται φανερό ότι η περιοχή μετά την καταστροφή της το 1827 από τους Τούρκους, παρέμεινε ακατοίκητη για κάποια χρόνια. Σε έγγραφο με στατιστικά στοιχεία του 1840 δεν υπάρχει καμία αναφορά στο Κερατσίνι, ενώ το 1870 γίνεται λόγος για απόσταση του από την Αθήνα – τρεις ώρες -, δεν αναφέρεται όμως κανείς μόνιμος κάτοικος.
 
Η κατασκευή της Εκκλησίας του Αγίου Διονυσίου στις αρχές του 19ου αιώνα, και η έναρξη λειτουργίας του το νεκροταφείου της πόλης του Πειραιά στο προαύλιο της εκκλησίας τη δεκαετία του 1830 αποτέλεσαν το έναυσμα για το μετασχηματισμό του χώρου της Δραπετσώνας από μια ακατοίκητη περιοχή στο χώρο όπου θα στέγαζε βοηθητικές αλλά απαραίτητες στη πόλη δημοτικές εγκαταστάσεις και «υπηρεσίες» που όμως δεν είχαν θέση στον οικιστικό της ιστό. Το νεκροταφείο ήταν η πρώτη από αυτές τις εγκαταστάσεις. Ακολούθησε το για να μεταστεγαστεί μόλις το 1909 στην περιοχή της Ευγένεια –όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα το νεκροταφείο της Ανάστασης. Το 1876 στο οικοδομικό τετράγωνο που περιέκλειαν οι οδοί Δογάνης, Ευβοίας (σήμερα Σωκράτους), Ψαρρών και Σφαγείων (σήμερα Εθν. Αντιστάσεως), σε κοντινή απόσταση από την εκκλησία του Αγίου Διονυσίου και το νεκροταφείο, ο Δήμος Πειραιά ανέγειρε το «συνοικισμό των κοινών γυναικών». Η διαδικασία επιλογής του χώρου καθώς και η υλοποίηση του έργου διήρκεσε σχεδόν τρεις δεκαετίας, συζητήθηκε εκτενώς στο Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης και αποφασίστηκε τελικά ότι η απόμερη τοποθεσία, βορειοδυτικά του λιμανιού μετά την εκκλησία του Αγίου Διονυσίου ήταν ο καταλληλότερος χώρος. Η κατασκευή των οίκων ανοχής συντέλεσε ταυτόχρονα στην οικιστική ανάπτυξη και στην οικιστική υποβάθμιση της περιοχής.
 
Τα Βούρλα αποτελούσαν μια ιδιότυπη «πολιτεία», όπου οι γυναίκες εργάζονταν με την άδεια του κράτους, το οποίο όμως τους απαγόρευε να εξέρχονται από τον περιφραγμένο χώρο, παρότι δεν είχαν καταδικαστεί για πορνεία ή κάποιο άλλο αδίκημα. Πελάτες και «αγαπητικοί» σύχναζαν στους τεκέδες και τα χαμαιτυπεία που δημιουργήθηκαν γύρω από τα Βούρλα, πλάι στους «μάγκες και τους χασικλήδες». Μέσα σε αυτά τα καφενεία και τα καταγώγια έμαθαν μπουζούκι, έγραψαν στίχους και τραγούδησαν ο Γιοβάν Τσαούς ή Γιάννης Εϊτζιρίδης, ο Γιώργος Μπάτης, ο Γιάννης Παπαιωάννου, ο Ανέστης Δελιάς, ο Γιάννης Λελάκης, ο Στέλιος Κερομύτης, ο Ηλ.Ποτοσίδης, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Δημ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), ο Παναγιώτης Τούντας, ο Σ. Περιστέρης, ο Μιχάλης Γενίτσαρης, ο Στέλιος Κερομύτης και ο Δημήτρης Καρυδάκης.
 
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1881, ουσιαστικά στο τέρμα του δρόμου που ξεκινούσε από τα πορνεία των Βούρλων, στο παραθαλάσσιο χώρο του όρμου Φωρών -που αργότερα μετονομάστηκε σε όρμος Σφαγείων- ξεκίνησαν τη λειτουργία τους τα δημοτικά σφαγεία. Την ίδια περίοδο ξεκίνησαν τη λειτουργία τους και τα λατομεία της Χαραυγής. Η μεταφορά του νεκροταφείου το 1910 στη περιοχή της Ευγένειας, όπως ονομάζεται σήμερα, σε αρκετά μεγαλύτερη έκταση που είχε αγοράσει ο Δήμος Πειραιά ολοκλήρωσε το μετασχηματισμό της έρημης περιοχής σε ένα «βοηθητικό» και ταυτόχρονα «υποβαθμισμένο» χώρο απαραίτητο στη πόλη αλλά αναγκαίο να παραμείνει κρυμμένος πίσω από τα φουγάρα των εργοστασίων που συνεχώς αυξάνονταν.
 
Την ίδια περίοδο με τη δημιουργία των Σφαγείων σε γειτονική έκταση ξεκίνησε τη λειτουργία της και η πρώτη βιομηχανική μονάδα της περιοχής. Το ατμοκίνητο σαπωνοποιείο των αδελφών Ζαβογιάννη, εγκαταστάθηκε πρώτο τη δεκαετία του 1880 στη μετέπειτα βιομηχανική ζώνη της Δραπετσώνας. Ακολούθησε το ελαιουργείο-σαπωνοποιείο του Γ. Σαραϊντάρη τη δεκαετία του 1890. Στις αρχές του 20ού αιώνα και άλλες επιχειρήσεις προστίθενται στο βιομηχανικό χάρτη της περιοχής• το βυρσοδεψείο Μιχαλινού το 1904, το αγγειοπλαστείο-τσιμεντοποιείο Ζαβογιάννη-Ζαμάνη και Σία (μετέπειτα ΑΓΕΤ) το 1906. Την ίδια χρονιά μεταφέρθηκε και το Ελληνικό Μηχανοποιείο και Ναυπηγείο Βασιλειάδη Α.Ε., ενώ το 1909 ξεκίνησε η κατασκευή του εργοστασίου της Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων Το 1922 λειτούργησε το εργοστάσιο εκρηκτικών υλών «Η Σαλαμίς». H μεταφορά του Βασιλειάδη, η ίδρυση της Α.Ε.Ε.Χ.Π.Λ. και της ΑΓΕΤ Ηρακλής στις αρχές του 20ού αιώνα οριοθέτησαν τη Δραπετσώνα ως το κέντρο της βιομηχανικής ανάπτυξης του Πειραιά, λόγω του μεγέθους των συγκεκριμένων επιχειρήσεων: της έκτασης των μονάδων, του όγκου της παραγωγής και της εργατικής δύναμης που απασχόλησαν.
 
Η ανάπτυξη της πειραϊκής βιομηχανίας επηρέασε και το Κερατσίνι. Οι εγκαταστάσεις αυτές εκτόπισαν από την περιοχή τις καλλιέργειες και τη βόσκηση αιγοπροβάτων, που μεταφέρθηκε δυτικότερα. Οι εκτάσεις γύρω από τη βιομηχανική περιοχή άρχισαν να οικοπεδοποιούνται, ενώ συγχρόνως άρχισαν να φτάνουν οι πρώτοι βιομηχανικοί εργάτες. Βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες όπως αλευρόμυλοι, βυρσοδεψεία, βαμβακουργεία, σιδηρουργεία, κλωστοϋφαντουργεία και σαπωνοποιεία, ξεκίνησαν να λειτουργούν. Ενδεικτικά να αναφέρουμε πως το διάστημα 1874-1875 η κλωστοϋφαντουργία απασχολούσε 650 από τους 1084 βιομηχανικούς εργάτες που δούλευαν στον Πειραιά, οι περισσότεροι από αυτούς στα εργοστάσια του Κερατσινίου.

ΤΟ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙ ΚΑΙ Η ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

Η αφετηρία της οικιστικής ανάπτυξης της Δραπετσώνας και του Κερατσινίου τοποθετείται στις αρχές του 20ου αιωνα. Εσωτερικοί μετανάστες από την Κρήτη και τη Πελοπόννησο αναζητούν εργασία στις βιομηχανικές μονάδες της περιοχής. Οι πρώτοι πρόσφυγες από την ανατολική Θράκη, πρόσφυγες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, βρήκαν καταφύγιο στον χώρο, ανάμεσα στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου και τα Βούρλα. Το 1915 εγκαταστάθηκε μια πρώτη  ομάδα Αρμένιων προσφύγων στο Κερατσίνι. Μέλη της εργάστηκαν στο τσιμεντάδικο της ΑΓΕΤ ή δημιούργησαν δικές τους επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το εργοστάσιο υφαντών του Ντεκμεντζιάν, τα λουτρά «Βαλκάνια» του Παλατζιάν.
 
Με τη Μικρασιατική καταστροφή η Δραπετσώνα μετασχηματίστηκε σε έναν αυτοσχέδιο οικισμό προσφύγων από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Ο χώρος γύρω από την εκκλησία του Αγίου Διονυσίου, τον σιδηροδρομικό σταθμό, το Καστράκι, αλλά και η περιοχή γύρω από το νεκροταφείο της Ανάστασης και ως το εργοστάσιο Λιπασμάτων καλύφθηκε με πρόχειρα καταλύματα. Σκηνές και ξύλινα παραπήγματα, άναρχα δομημένα, αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα του συνοικισμού που δημιουργήθηκε χωρίς μέριμνα από το Κράτος, το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων και την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων. Τα πρώτα χρόνια η έλλειψη κρατικής μέριμνας ισοσκελίστηκε για μεγάλο μέρος του προσφυγικού πληθυσμού, όσο ήταν αυτό εφικτό, από την επαγγελματική διέξοδο που προσέφερε η θάλασσα, το λιμάνι και η λειτουργία των εργοστασίων.
 
Παρόμοια είναι και η εξέλιξη του Κερατσινίου. Στην περιοχή της Αμφιάλης εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από χωριά της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Από την Ανικού της Καππαδοκίας, το Ντεράμπασι της Οινόης, το Παχλάν, το Τεκιρέζ, τον Πόρο, τον Κερασούντα και τη Σινασό. Στην Ανάσταση εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από το χωριό Γετουρμάζ της Αργυρούπολης, την Ανακού, τη Χολωμάνα Τραπεζούντας, το Φλοϊτά, τη Τζελάλα και τη Σινασό. Στην περιοχή του Κουτσίκαρι εγκαταστάθηκαν οικογένειες από το Καγιάμπασι. Στα Ταμπούρια, στο Κερατσίνι και στα Λιπάσματα εγκαταστάθηκαν οικογένειες από τη Σινασό, τα Μισαηλάντα Τραπεζούντας (μία από τις οικογένειες του χωριού αυτού που εγκαταστάθηκαν στα Λιπάσματα ήταν και η οικογένεια του Δημητρίου Μισαηλίδη, δημάρχου Κερατσινίου επί πολλά έτη), από την Ανακού και το Μίστι, τα Παλάδαντα Αργυρούπολης (Μούζενα), τα Σίλατα, το Καράντασι και την Τσίτα Σουρμένων, το Τσαρακλί, τη Σίλλη, τα Φάρασα, το Φερτέκι, τη Σίγη, το Ακσεράι, το Τσίτε της Αδρασσας Αργυρούπολης, το Σαρπίσκε, τα Σεριάνα, την Κρώμνη, το Χαμοντρί της Ματσούκας, το Κουρτούν, τη Σίμκλη, τα Κάτω Πελανά του Καρς και από τους Κομνηνούς. Στη συνοικία της Χαραυγής (ο μικρός συνοικισμός Χωριουδάκι θεμελιώθηκε το 1890, όταν εγκαταστάθηκαν μερικές οικογένειες, γιατί οι άνδρες εργάζονταν στα γειτονικά λατομεία), εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από το χωριό Καστάμπολη (Χότου) και από τη Ματσούκα Πόντου.
 
Οι συνοικισμοί της Δραπετσώνας και του Κερατσινίου συνέχιζαν να υπάγονται διοικητικά στον Δήμο του Πειραιά, αντιμετωπίζοντας πλήθος προβλημάτων, τα οποία σχετίζονταν με την απουσία μέριμνας για τη μόνιμη εγκατάσταση του προσφυγικού πληθυσμού, ο οποίος συνέχιζε να διαμένει σε ακατάλληλες «οικίες». Η επέκταση του σχεδίου πόλης, ο σταδιακός ηλεκτροφωτισμός κεντρικών σημείων των οικισμων, η διάνοιξη δρόμων αποτέλεσαν τις πρώτες προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Ο προσφυγικός πληθυσμός δημιούργησε συλλόγους (όπως η Προσφυγική Οργάνωση Εξωραϊσμού Στεγάσεως Δραπετσώνος, ο Σύλλογος Αλληλοβοήθειας Προσφύγων και ο Σύλλογος Εξωραϊσμού Δραπετσώνος, η Ένωση Ποντίων Πειραιώς και ο Εξωραϊστικός Σύλλογος Ευγένειας «η Πρόοδος» από Μικρασιάτες και Πόντιους πρόσφυγες) και ενώσεις (όπως η Ένωση Φιλελευθέρων Δραπετσώνος) επιχειρώντας να διεκδικήσει οργανωμένα καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και παροχές.
 
Οι πρώτες προσφυγικές κατοικίες που κατασκευάστηκαν στην περιοχή της Ανάληψης  και της Ανάστασης στις αρχές της δεκαετίας του 1930, παρότι στέγασαν μόλις 200 οικογένειες, καθώς και οι δεσμεύσεις για την δημιουργία νέων κατοικιών  και για την απομάκρυνση των οίκων ανοχής αλλά και της πυριτιδαποθήκης αποτέλεσαν τα πρώτα επιτεύγματα αυτών των οργανώσεων. Παράλληλα ξεκίνησαν οι προσπάθειες για τη δημιουργία ανεξάρτητων Κοινότητων. Ο Δήμος Ταμπουρίων συστάθηκε στις 18.1.1934 (ΦΕΚ 22) μετά από απόσπαση από τον Δήμο Πειραιά των συνοικισμών Ταμπούρια, Ανάσταση, Ευγένεια, Ανάληψη, Αμφιάλη. Δέκα μέρες αργότερα προσαρτήθηκε στον Δήμο ο συνοικισμός Αγίου Γεωργίου Κερατσινίου (29.1.1934/ΦΕΚ 35) και μεταφέρθηκε σε αυτόν η έδρα του Δήμου. Στις 14.8.1948 (ΦΕΚ 204) ο Δήμος Αγίου Γεωργίου μετονόμαστηκε σε Δήμο Κερατσινίου.
 
Παράλληλα με τους συλλόγους, οι εργάτες στα εργοστάσια της περιοχής ίδρυσαν σωματεία και πραγματοποίησαν σειρά κινητοποιήσεων και απεργιών τις δεκαετίες 1920 και 1930. Στις κινητοποιήσεις της περιόδου αυτής  πρωτοστατούσαν οι εργάτες στα Λιπάσματα, τη μεγαλύτερη βιομηχανική μονάδα της περιοχής, αντιδρώντας στην εντατικοποίηση της εργασίας, στα χαμηλά μεροκάματα και στις απολύσεις, που επέφερε η οικονομική κρίση. Τον Ιούλιο του 1929, το πρώτο εξάμηνο του 1933 αλλά και το 1934 και 1936 πραγματοποιήθηκαν μεγάλες απεργίες, σε διάρκεια και σε συμμετοχή, μέσω των οποίων οι εργάτες διεκδικούσαν καλύτερες αμοιβές και οκτάωρη εργασία. Αλλά και οι εργαζόμενοι στη Σελλ, στην Στάνταρ Όιλ αλλά και στις μικρότερες μονάδες της Δραπετσώνας και του Κερατσινίου οδηγήθηκαν σε κινητοποιήσεις την ίδια χρονική περίοδο.
 
Η Δραπετσώνα και το Κερατσίνι προς το τέλος της δεκαετίας του 1930 άρχισαν να μετασχηματίζονται με τους κατοίκους της να συμμετέχουν σε εργατικές και πολιτικές κινητοποιήσεις. Οι δυο συνοικισμοί δεν ήταν πια ο χώρος όπου συγκεντρωνόταν το «κοινωνικό περιθώριο», όπως στις αρχές του 20ου αιώνα,  ούτε  μόνο οι «προσφυγούπολεις» της προηγούμενης δεκαετίας. Είχαν μετατραπεί σε δυο εργατικές γειτονιές της πόλης του Πειραιά, που έσφυζαν από ζωή και βρισκόταν στο επίκεντρο των πολιτικών και ιδεολογικών ζυμώσεων της εποχής. Επιπλέον στον πληθυσμό της προσθέτονταν συνεχώς  εσωτερικοί μετανάστες από την νησιωτική κυρίως Ελλάδα.
Οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης επιδεινώθηκαν από τους βομβαρδισμούς του 1941 και του 1944, όταν η πλειονότητα των κατοίκων εγκατέλειψε προσωρινά τα σπίτια της, από την πείνα του 1941-1942 και την πτώση της βιομηχανικής παραγωγής. Στο εργοστάσιο Λιπασμάτων λειτούργησαν μορφές λαϊκής αλληλοβοήθειας, μεγάλο μέρος των κατοίκων συντάχθηκε με το ΕΑΜ ενώ η Δραπετσώνας και το Κερατσίνι αναγορεύτηκαν συμβολικά σε «ελεύθερες γειτονιές» προς το τέλος της Κατοχής. Ας σημειωθεί ότι στο Κερατσίνι, πραγματοποιήθηκε από τον ΕΛΑΣ η τελευταία μάχη του πολέμου –και ενώ η πόλη της Αθήνας είχε ήδη απελευθερωθεί. Η μάχη της Ηλεκτρικής, η μάχη για τη διάσωση του ομώνυμου εργοστασίου. Ο Εμφύλιος σηματοδότησε την απαρχή μιας περιόδου συστηματικών διώξεων αλλά και αύξησης του κρατικού ενδιαφέροντος για την περιοχή. Αξίζει να σημειωθεί  ότι ο χώρος των Βούρλων, όπου στεγάζονταν οι οίκοι ανοχής, μετατράπηκε σε φυλακή.
 
Όλα αυτά τα χρόνια το στεγαστικό πρόβλημα παρέμεινε άλυτο και επιδεινώθηκε από τις καταστροφές που προκάλεσε ο πόλεμος αλλά και από την εσωτερική μετανάστευση. Οι πρόσφυγες μέσω των συλλόγων τους διεκδικούσαν αυτοστέγαση με παραχώρηση οικοπέδων και άτοκων δανείων. Επιπλέον προσπαθούσαν για τη βελτίωση των συνθηκών των γειτονιών τουε με τη διάνοιξη και ασφαλτόστρωση των δρόμων, την κατασκευή δικτύου υδροδότησης, αποχέτευσης και ηλεκτροδότησης Η Κοινότητα Δραπετσώνος συστάθηκε στις 3 Μαρτίου 1950 (ΦΕΚ 73Α), μετά από απόσπαση του ομώνυμου οικισμού από τον Δήμο Πειραιώς. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς καταργήθηκε και συνενώθηκε εκ νέου με τον Δήμο Πειραιώς (ΦΕΚ 187Α/28.8.1950), όμως λίγες ημέρες αργότερα αποσπάσθηκε και πάλι σε αυτόνομη Κοινότητα (ΦΕΚ 201Α/7.9.1950), τέλος αναγνωρίστηκε σε Δήμο στις 24 Ιανουαρίου 1951 (ΦΕΚ 27Α). Οι δυο αυτόνομοι Δήμοι επιχείρησαν, ο καθενας ξεχωριστά τη δεκαετία του 1950 να εισέλθουν σε μια διαδικασία αστικοποίησης, οικιστικής ρύθμισης και ανάπτυξης, εμβάθυνσης των δομών τοπικής αυτοδιοίκησης και ανάπλασης των γειτονιών τους.
 
Ο Δήμος Κερατσινίου και ο Δήμος Δραπετσώνας ταυτίστηκαν, στη μεταπολεμική πραγματικότητα  με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και την ΕΔΑ. Όσο αυξάνονταν τα ποσοστά της ΕΔΑ, αυξάνονταν και οι τριβές με την κεντρική εξουσία. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι και οι δήμαρχοι των δύο πόλεων αρκετές φορές τιμωρήθηκαν με τρίμηνη παύση των καθηκόντων του με αφορμή την άρνησή του να διοργανώσει εκδηλώσεις στις επετείους του εμφυλίου πολέμου.  Ταυτόχρονα το οικιστικό ζήτημα παρέμενε άλυτο, αν και οι συζητήσεις, οι διαβουλεύσεις και οι διαφωνίες είχαν πληθήνει. Οι κάτοικοι μέσω των προσφυγικών συλλόγων και του Δήμου διεκδικούσαν οικόπεδα και δάνεια για την ανέγερση μονοκατοικιών, ο κρατικός μηχανισμός είχε στραφεί προς τη λύση των πολυκατοικιών, όπου σε κάθε προσφυγική οικογένεια θα παραχωρούνταν ένα διαμέρισμα.
 
Στη Δραπετσώνα το γκρέμισμα των παραπηγμάτων ξεκίνησε ξαφνικά, σύμφωνα με τους κατοίκους, χωρίς να υπάρχει οριστική συμφωνία το φθινόπωρο του 1960. Οι κάτοικοι αρνήθηκαν αν εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, αντιστάθηκαν, σημειώθηκαν συγκρούσεις και υπήρξε προσωρινή αναστολή οποιασδήποτε ενέργειας. Νέα διαβήματα, νέες διαβουλεύσεις, αλλά και προστριβές και διαφωνίες ανάμεσα στον πληθυσμό, τους συλλόγους και το Δήμο. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 που ακολούθησε, χωρίς χρονοτριβές γκρέμισε τα παραπήγματα και ξεκίνησε την ανέγερση των πολυκατοικιών. Η δικτατορία των συνταγματαρχών ανέκοψε μια σειρά από πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες.
 
Στη μεταπολίτευση η Δραπετσώνα και το Κερατσίνι δεν θύμιζαν τις παραγκουπόλεις του παρελθόντος, το οικιστικό πρόβλημα μετά από μισό αιώνα είχε οριστικά λυθεί, με το γκρέμισμα και των τελευταίων αυθαιρέτων στην περιοχή του Ταμπάκικου. Παρέμενε όμως το πρόβλημα των εργοστασίων, της μόλυνσης και της υποβάθμισης, που επέφερε και την αισθητή μείωση του αριθμού των μόνιμων κατοίκων. Προς αυτή την κατεύθυνση επικεντρώθηκαν οι διεκδικήσεις των δημοτικών αρχών, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1990 με το οριστικό κλείσιμο του εργοστασίου Λιπασμάτων, το οποίο όμως δημιούργησε νέα προβλήματα, όπως η ανεργία και η περαιτέρω υποβάθμιση της περιοχής, εξαιτίας των εγκαταλελειμμένων βιομηχανικών κτιρίων. Παρά τις αλλαγές –οικιστικές, πληθυσμιακές, οικονομικές και πολιτικές– η Δραπετσώνα και το Κερατσίνι παραμένουν ταυτισμένες με την εργατική τάξη, την αριστερά, τα εργοστάσια και τις παράγκες.
 
Η ακμή και η παρακμή των εργοστασίων έθεσαν τα όρια μιας εποχής βιομηχανικής και οικονομικής ανάπτυξης για την πόλη του Πειραιά, οι προσφυγογειτονιές της Δραπετσώνας και του Κερατσινίου σύνδεσαν την ιστορία τους με την λειτουργία των εργοστασίων. Ο κόσμος της προσφυγιάς και της εργασίας συναντήθηκαν στους φούρνους του γυαλάδικου, στις μονάδες παραγωγής τσιμέντου και στις δεξαμενές πετρελαίων. Σήμερα ένα αιώνα μετά τα απομεινάρια αυτής της ανάπτυξης δεσπόζουν στην πόλη μας, θυμίζοντας την ιστορία και δείχνοντας το δρόμο προς το μέλλον με σεβασμό  στο παρελθόν και τις μνήμες των ανθρώπων της πόλη μας.

 

*Απόσπασμα από το Στρατηγικό Σχέδιο Δήμου Κερατσινίου – Δραπετσώνας 2014-2020.
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Δημοτική Συγκοινωνία

Πνευματικα Δικαιωματα

Δημος Κερατσινιου - Δραπετσωνας
Διεύθυνση

Ελευθερίου Βενιζέλου 200, Κερατσίνι, Αττική, Ελλάδα 18756

Copyright © 2016 Δήμος Κερατσινίου - Δραπετσώνας.
Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.

Επικοινωνηστε Μαζι μας

Θα θελαμε να ακουσουμε απο εσας!

Αποστολή Μηνυμάτων μέσω της Φόρμας.

Επικοινωνία με : 2132074600

                          

 

 

Κοινωνικη Δικτυωση

Περιοδικη Ενημερωση